ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


6/8/17

Καρδιά μου, χάρου, γλέντιζε (του κα-Γληόρη ξανά)


Μια εκτέλεση της «Αμπελοκουτσούρας» με ορισμένους στίχους του Γληόρη, από το δίσκο «Ικαρία Μέθεξις» σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Alexander Spitzing.


[...] Στο Κεραμέ του Ευδήλου ήταν ένας μεγάλος τσουπάνης, ο Γέρο-Κατσιμέτης. Είχε χιλιοκόπαδο. Ο γιος του, ο Γληόρης, ήταν καλός άνθρωπος, καλή καρδιά, αλλά εν κατάφερνεν, όχι πια να ‘βγατέψει το κοπάδιν του κιουρού του, μα το λιγόστεψεν κιόλας. Ήτανε ούλλον ξενοιασά και γλέντι. Όπου δυο κι αυτός τρεις, στο σιγοπότιν και στο γλέντι. Ο Γληόρης ήβαλλεν τον μεζέν, ένα κατσίκιν ολόκληρο. Μιαν μέρα πήρεν έναν κατσίκι, σφαένον, κι ηπήε στου συμπεθέρου του, να το πηδαυλίσουν. Ο συμπέθερος είχεν το κρασί. Σε μια στιγμή ο Γληόρης, καρφώνει ένα παρσάδιν κρες, και ‘ίνει το του συμπεθέρου, και του λέει «Φάε και μεζέ, που ήθελες κι απαντησώνα». Κι ο συμπέθερος με τη σειράν του: «Πιες κρασί, το βλοημένον, που ‘θελες ξαπολυσώνα. Μα α’ δεν είχαμεν απαντησώνα, κι είχαμεν, κατά του λόου σου, ξαπολυσώνα, πώς θα πίναμεν κρασί».

Ο Γληόρης βρήκεν την ευκαιρία, με τον μεζέν, να θυμίσει στο συμπέθερον, πως, για να βρίσκεται πάντα μεζές, χρειάζεται να βόσκουν ξαπολυσώνας τα κατσίκια. Αλλά κι ο συμπέθερος του ‘ωκεν να καταλάει, πως για να ‘χομεν μπόλικον κρασί, πρέπει να ‘χομεν κι απαντησώνα, για να γίνουν τ’ αμπέλια. «Η φιλία, φιλία, το νιντερέσο, νιντερέσο». ‘Εν ηκακοκαρδίσασιν. Το γλέντι και το πιοτίν κρατούσεν ως το τέλος. Άκακος ο Γληόρης, ‘εν κρατούσεν μάνιτα του συμπέθερου. Καλός κι ο συμπέθερος, τον καλοέχτηκε κι ας είχανε, άλλωτες, λογοφέρει απά στον απαντησώνα.

Απά στο κέφιν του ο Γληόρης, σκα’ κι ένα τραούδιν του συμπέθερου:

Κακήν καρδιά ‘χα σήμερα,
μα, παλ’ ηπέρασέ μου
που είδα τον συμπέθερο
κι ηχαμογέλασέν μου.

Καρδιά μου χάρου, γλέντιζε
και ‘α ποθάνεις μέλλεις,
στον Άην θε να κατεείς,
θέλοντας και ‘ην θέλεις.

Του Γληόρη του ‘μεινεν έναν κοπάδιν κατσίκια, από διακόσια κεφάλια. Μήτε το πλήθαινεν, μήτε και το λιγόστευγεν. Ούλλον το διάφορον το ‘τρωεν. Ήτανε ένας τροβαδούρος του βουνού. Σκάρωνε και τραούδια στο μενούτο, για κάθε περίπτωση.

Μια βολάν ηπήρεν δυο ριφάκια, να τα φα με τους φίλους του. Αποϋρίστηκεν σπίτι, στουπί στο μεθύσι. Ο κύρης τον μάλλωσε «Βρε αχαήρευτε. Έτσεά ‘α ‘σαι, πάντα σου, κακομοιριασμένος. Σφίξου, βρε παιΐν μου, να ‘βγατίσεις και λιάκιν το κοπάδιν σου.» Η απάντηση του Γρηγόρη.

Όρσ’ αλαπάντα το ‘ριξε
Γληόρης το κοπάδι
Να το πληθύνει ‘εν μπορεί
μ' ούτε να το ξεκάμει.

(Αλέξη Ι. Πουλιανού, Λαογραφικά Ικαρίας, τόμος Β’ σελ. 296-297, Αθήνα 1976)


χιλιοκόπαδο: κοπάδι με χίλια κεφάλια, του κιουρού: του κύρη, του πατέρα. σφαένο: σφαγμένο. πηδαυλίζω: (μτφ.) τρώγω (κατά κανόνα κρέας κατσικίσιο με παρέα) - κυριολεκτικά σημαίνει να παίζεις το πηδαύλι (φλογέρα). παρσάδι: ένα κομμάτι κρέας που κόψανε απαντησώνας: η απαγόρευση της βοσκής σε συγκεκριμένο μέρος, ξαπολυσώνας: το αμόλημα των κατσικιών να βόσκουν, χωρίς τσοπάνη, νιντερέσο: νιτερέσο, συμφέρον, μάνιτα (ή μάνητα): μνησικακία, θυμός, χάρου: προστακτική του «χαίρω», να χαίρεσαι, στον Άην: στον Άδη, διάφορο: κέρδος, στο μενούτο: στο λεπτό, αμέσως, βολά: φορά, ριφάκια: ερίφια, κατσικάκια, απο(γ)υρίστηκε: γύρισε εν τέλει, έτσεά: έτσι δα, όρσ’ αλαπάντα: ορτσα-λα-μπάντα: (ναυτ.) κυριολεκτικά γύρισμα του σκάφους πάνω στον καιρό (ιστιοπλοϊκό «tack») και μεταφορικά «ίσα βάρκα, ίσα νερά».


Σ.Σ. Για το Γληοράκι ή καλύτερα τον «κα-Γληγόρη» Μαυρογιώργη (το Κατσιμέτης είναι το παρατσούκλι του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειας), αδελφό της προγιαγιάς μου της Καλής, έχουμε ξαναμιλήσει πριν πολλά χρόνια. Σκαλίζοντας το βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού αυτές τις μέρες που ξαναβρέθηα στο πατρικό μου, έπεσα πάνω στην ιστοριούλα αυτή που τη μεταφέρω μονοτονίζοντας και πειράζοντας λίγο μόνο την ορθογραφία που επιλέγει ο Πουλιανός (ειδικά στα τελικά σύμφωνα) ώστε να είναι πιο εύληπτο το κείμενο στον αναγνώστη, χωρίς να χάνονται τελείως τα ακούσματα της ντοπιολαλιάς (βέβαια δεν το κάνω με καμιά ιδιαίτερη συνέπεια, οπότε μπορεί να υπάρχουν και λάθη). Πρόσθεσα ένα αυτοσχέδιο γλωσσάρι, εξ' ημισείας του Πουλιανού και δικό μου, για το ακροατήριο που δεν ακούει καριώτικα από τα γεννοφάσκια του, αν και φαντάζομαι ότι με μικρή μόνο προσπάθεια όλοι αντιλαμβάνονται τις εξαλείψεις, ειδικά των συμφώνων (Γλη(γ)όρης, Ά(δ)ης, παι(δ)ΐν, λι(γ)άκιν), που συνήθιζαν οι παλιότεροι.

29/7/17

Πώς ζάλλει το λίλιρο;

Φωτογραφία: Μενέλαος Μανώλης

Τις προάλλες που είχε καύσωνα εμφανίστηκε άξαφνα μια κοπελίτσα από το γραφείο σε κακό χάλι· ζαλάδες, τάση για εμετό, πονοκέφαλος. Είχε περπατήσει κάμποσο για να φτάσει μέσα στη ζέστη. Της δώσαμε ντεπόν και νερό, τη βάλαμε στο δροσερότερο κλιματιστικό, κι όταν συνήλθε κάπως, της έβαλα λίγο πάγο επιπλέον· ψυχολογικό κυρίως.

- Κι εσύ βρε κοπέλα μου τι ήθελες να ‘ρθεις ποδαράτο μες στο λίλιρο;

Η κοπέλα με κοίταξε εμβρόντητη. Είχε τον πόνο της, είχε και τον προϊστάμενο να μιλάει κινέζικα. Ή μάλλον καριώτικα, λιγάκι.

- Μες το ποιο;
- Το λίλιρο. Το λιοπύρι, πώς το λένε.
- Πρώτη φορά το ακούω.


Η αλήθεια είναι ότι ώρες ώρες συμπεριφέρομαι σα να είναι όλοι Καριώτες ή τέλος πάντων «της ικαριακής παιδείας μετέχοντες» γύρω μου, πράγμα που κατά κανόνα δεν συμβαίνει, οπότε καταλήγω να με κοιτάνε παράξενα. Η συγκεκριμένη κοπελίτσα είναι Χιώτισσα. Γειτονιά μεν, αλλά άλλο πράγμα.

- Δε λέτε εσείς λίλιρο, ε;
- Όχι. Πώς γράφεται;


Ετοιμάστηκα να πω «όλα γιώτα» αλλά μετά αναρωτήθηκα «γιατί όλα γιώτα;», σάμπως το έχω δει και γραμμένο πουθενά; Μουρμούρισα ένα «δεν είμαι βέβαιος» και πήγα την κοπελίτσα σπίτι της με φουλ κλιματισμό. Μετά άρχισα την ιντερνετική έρευνα: γκουγκλάροντας βρήκα μερικά λίλιρα, ικαριακά όλα (ένα σαν ποίημα της Δώρας, ένα του Κωσταντίνου, ένα φρέσκο του Μενέλαου, άλλο ένα από το μπλογκ της Δέσποινας· όλα δικά μας παιδιά). Βρήκα και ένα λίλυρο με «υ» αλλά δε θα με εξέπληττε και κανένα λίληρο ή λήλυρο αν έβρισκα (αλλά δεν βρήκα).

Σκέφτηκα να ρωτήσω κάνα φιλόλογο online, κατά προτίμηση ικαριακής καταγωγής για να καταλαβαινόμαστε. Βρήκα τη Μαρίνα στο chat. Δεν ήξερε να με διαφωτίσει, διαισθητικά έτεινε επίσης προς το όλα γιώτα, αλλά υπέθετε ότι η λέξη δεν έχει ετυμολογική διαφάνεια. Δηλαδή δεν ξέρουμε από πού προέρχεται (αρχαία; ξένη;) ώστε να αναζητήσουμε την αντίστοιχη ορθογραφία. Με τα πολλά αφήσαμε το λίλιρο κι αρχίσαμε να λέμε (δηλαδή να γράφουμε) τα νέα μας. Με ρώτησε πότε θα κατέβω Ικαρία κι αν θα πάω αλλού πιο πριν.

- Μπα, εδώ θα ζάλλω, της έγραψα.
- Γιατί το γράφεις με δυο λάμδα το ζάλω;
- Με δύο δε γράφεται;
- Με ένα. Σαν το ζάλο που λέτε εσείς στην Κρήτη. Αργό το ζάλο μου, βαρύ...


Αφού της εξήγησα κάπως εμφατικά ότι δεν «λέμε εμείς» στην Κρήτη ακόμα κι αν μας αρέσουν οι Χαΐνηδες, αλλά λένε (οι εντόπιοι), επέμεινα ότι το καθ’ ημάς (δηλ. καριώτικα) ρήμα ζάλλω γράφεται με δύο λάμδα επειδή προφέρεται με δύο λάμδα. Οι παλιοί καριώτες όταν μιλούσαν ακούγονταν τα διπλά σύμφωνα. Η θεία μου η Καλλιόπη με δύο το λέει ακόμα, ξεκάθαρα. Η Μαρίνα δεν ψήθηκε στην ιδέα· αφενός της φαινόταν τραβηγμένο ότι ακούγονται τα διπλά, αφετέρου εκείνη ακούει ένα. Ζάλω (ρήμα), όπως ζάλο (βήμα). Άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου.

Δεν το λύσαμε το θέμα, αλλά εγώ γαργαλιόμουνα να το σκαλίσω παραπάνω, κι επειδή δεν έχω το λεξικό του Δημητράκου και το Λίντελ-Σκοτ στο προσκέφαλο σαν τον αστυνόμο Χαρίτο, είπα να δοκιμάσω τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Παλιά (δηλαδή πριν δέκα-είκοσι χρόνια) άμα ήξερες καμιά δύσκολη λέξη σου λέγανε σαρκαστικά «Μα ποιος είσαι; Ο Μπαμπινιώτης;». Τώρα ο Μπαμπινιώτης έχει ξεφτίσει κάπως και το νέο τρεντ λέγεται Νίκος Σαραντάκος. Δεν είναι καθηγητής γλωσσολογίας βέβαια, μεταφραστής είναι, αλλά άμα δεν ξέρει μια λέξη ο Σαραντάκος κάτι δεν πάει καλά με τη λέξη. Αν και δεν γνωριζόμαστε προσωπικά έχω ένα θάρρος με τον άνθρωπο (έχουμε ανταλλάξει κάτι σχόλια στα κοινωνικά μέσα και μερικά μέιλ γλωσσολογικού ενδιαφέροντος στο παρελθόν, χώρια που έχει ασχοληθεί και με τη λιτέρα και τις δεντρολιβανιές της δικής μας Δέσποινας Σιμάκη). Οπότε χωρίς να χάσω χρόνο, του έγραψα να με φωτίσει. Ζάλλω ή ζάλω; Λίλιρο ή λίλυρο; Ή μήπως λίληρο;

Δε με φώτισε. Μου απάντησε ότι αγνοεί και τις δύο λέξεις («Ωχ», σκέφτηκα, «κάτι δεν πάει καλά») και ότι αν όντως οι παλιοί έσερναν το λάμδα στο ζάλλω είναι μια ένδειξη υπέρ της γραφής με διπλό, τουλάχιστον στον ενεστώτα (κατά το «βάλλω») αν και το θέμα του αορίστου βέβαια θα πρέπει να είναι με ένα λ (ήζαλλα στον παρατατικό αλλά ήζαλα στο αόριστο) αλλά από την άλλη αν δεν ξέρουμε (δεν παραδίδεται) το πώς γράφεται μια λέξη, η τάση είναι υπέρ της απλούστερης γραφής. Άρα λίλιρο, κατ’ αρχήν.

Όμως επειδή δεν είμαι και 100% σίγουρος, είπα να απευθυνθώ στη συλλογική σοφία του ikariamag (αυτό που λέγανε στα τηλεπαιχνίδια «να ζητήσω τη βοήθεια του κοινού»). Πείτε μου λοιπόν, με το χέρι στην καρδιά και με πάσα ειλικρίνεια: κατά τη γνώμη σας, πώς ζάλλει το λίλιρο;

Όσο για το πώς παραματσιράει αυτός που παρασυνείκασε θα τα πούμε άλλη φορά.


Σ.Σ. Να αναφέρω ότι δεν έχω πρόχειρο το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ που θα ήταν μια πιθανή δευτερογενής πηγή. Βέβαια ο Δημήτρης καταγράφει προφορικό λόγο οπότε η ορθογραφία που επιλέγει δεν προκύπτει υποχρεωτικά από κάποιο ετυμολογικό ή άλλο σκεπτικό, άρα πάλι στα ίδια είμαστε.
Για χρόνια πίστευα ότι είναι πανελλήνιο το ρήμα ζάλλω (ή ζάλω), με την έννοια του τριγυρνάω, κινούμαι γύρω από κάτι, ακόμα και «ζουζουνίζω» (για έντομα, κυρίως) και μου έκανε τεράστια εντύπωση όταν ανακάλυψα ότι εκτός Ικαρίας είναι άγνωστο, όπως ας πούμε και το «πανάγκασμάν’το» ή ο κορκόφυλλας (η λέξη, όχι το ζώο, το οποίο ενδημεί σε πολλά μέρη).
Ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο ήρωας των αστυνομικών περιπετειών του Πέτρου Μάρκαρη· πριν πάει για ύπνο ενίοτε ξεφυλλίζει τα λεξικά που κοσμούν το ράφι του. Λιγότερο επιμελής ο γράφων, φυλλομετράει την ίδια ώρα το διαδίκτυο για να εντοπίσει τυχόν ξενόγλωσσες λέξεις που μοιάζουν με λίλιρο· βρήκα προσώρας κάτι παρόμοιο στη γλώσσα τσιτσέουα του Μαλάουι και σε μια διάλεκτο γιορούμπα (εξίσου υποσαχάρια), οπότε τείνω να πιστέψω ότι το δικό μας λίλιρο είναι αμιγώς ελληνικό.



Υ.Γ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 26/7/2017 με την υπέροχη φωτογραφία του Μενέλαου Μανώλη που αποτυπώνει την κυριολεκτική έννοια «λίλιρο». Μετά τη δημοσίευση μάθαμε από τα σχόλια ότι το Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς του Δημήτρη Λεσσέ το ρήμα γράφεται ζάλλω με δύο λάμδα, και το λίλιρο(ν) με όλα γιώτα, και στο λήμμα ορίζεται ως κυριολεκτική σημασία η παραμόρφωση του ορίζοντα στη μεγάλη μεσημεριανή λαύρα του καλοκαιριού, και ως μεταφορική σημασία ο καύσωνας. Ως προς το ζάλλω οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν ότι ακούγονται τα δύο λάμδα. Σχετικά με το λίλιρο τώρα, ο Αλέξης Πουλιανός στα «Λαογραφικά Ικαρίας» το γράφει λίλλυρο, και εδώ το διπλό λάμδα ταιριάζει με την κυπριακή λέξη «λάλλαρος» που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, αν και στο κυπριακό ιδίωμα βέβαια τα διπλά σύμφωνα ακούγονται πολύ περισσότερο. Κάποιος σχολιαστής προτείνει ότι προέρχεται από το «ηλίου ώρα» αλλά αυτό δεν κολλάει πολύ με την κυπριακή ομόλογη λέξη, που αναφέρεται να υπάρχει ομόηχη σχεδόν και στη Σύρο (λάλαρο) και αλλού (μέχρι και στο «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη). Ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση ότι στο λεξικό του Δημητράκου υπάρχει η λέξη «λίλυ». πιθανώς λιβυκής προέλευσης, που σημαίνει νερό. Αν η απώτερη προέλευση είναι αυτή, τότε το ικαριακό λίλιρο (ή λίλυρο ή λίλλυρο όπως το θέλει ο Πουλιανός) είναι πιο κοντινό στη ρίζα από το κοινό ελληνικό λάλαρο ή τον κυπριακό λάλλαρο που υποτίθεται ότι είναι ονοματοποιήσεις ήχων. Αλλά μέχρι να αποφανθούν οι γλωσσολόγοι, καλό καλοκαίρι, και μη βγαίνετε μες το λίλιρο σαν την κοπελίτσα.

7/6/17

Δυο Κατερίνες

Φωτογραφία μιας οιονεί Κατερίνας την ώρα που δέχεται τις «θωπείες» ελληνίδας κυρίας (οθντκ). Λεπτομέρεια από αρκετά διάσημη φωτό του Δημήτρη Μεσσήνη (© Associated Press) που έκανε το γύρο του κόσμου το 2013 (αντιγραφή από εδώ).

Την πρώτη τη συνάντησα ένα βράδυ του 1999 στην πλατεία Ψυρρή. Θα ήταν εννιά-δέκα χρονών τότε. Μας πλησίασε και πρότεινε τα λουλούδια που κρατούσε. Δεν θέλαμε λουλούδια, αλλά η κοπέλα που συνόδευα της έπιασε κουβέντα· θεωρούσε τον εαυτό της με κάποιο τρόπο συγγενική με τους Ρομά, όχι ως φυλή αλλά ως νοοτροπία. Εγώ πάλι δεν το θεωρούσα αλλά η γνώμη μου περίττευε. Είπαμε στη μικρή ότι λεφτά δεν θα έπαιρνε, αλλά άμα ήθελε να φάει κάτι θα την κερνούσαμε. Στρογγυλοκάθησε ευχαριστημένη και άρχισε να τσιμπολογάει από όλα τα πιάτα με μεγάλη όρεξη. Ρωτήσαμε αν ήθελε κάτι συγκεκριμένο. Ζήτησε τηγανητές πατάτες.

Μέχρι να έρθουν οι πατάτες μιλούσε ακατάπαυστα. Έμαθε πώς μας λένε και τι κάνουμε, αν είμασταν ζευγάρι (δεν είμασταν). Μας είπε ότι όταν μεγαλώσει θα γίνει πολύ πλούσια και θα έχει χρυσαφικά και υπηρέτες. Το έλεγε με μεγάλη πεποίθηση. Τη ρώτησα το όνομά της. Μου είπε «Κατερίνα». Ρώτησα πού έμενε. Είπε (με μια γκριμάτσα) «στο Γκάζι». Ήξερα ότι στο Γκαζοχώρι την εποχή εκείνη είχαν κατέβει πλήθη κατσίβελων (έτσι τους έλεγαν οι αυτόχθονες) από τη Θράκη, μουσουλμάνοι, τύποις μάλλον. Ξαναρώτησα πώς τη λένε, κι αν τη λένε μόνο έτσι. Χαμογέλασε πονηρά. Είπε ότι τη λέγανε και Γκιουλιέ και Κατερίνα, Καμμιά φορά η μάνα της τη φώναζε Γκουλιέ-Κατερίνα, συμπλήρωσε γελώντας.

Ήρθαν οι πατάτες και ταυτόχρονα σχεδόν ήρθε ένα παιδομάνι, άλλος με λουλούδια, άλλος με ακκορντεόν, άλλος με κάποιο κρουστό. Περικύκλωσαν το τραπέζι φωνάζοντας σε μια άγνωστη γλώσσα. «Τι λένε; Αδέλφια σου είναι;» ρώτησε η φίλη μου. «Δεν ξέρω τι λένε» είπε ατάραχη η Γκιουλιέ-Κατερίνα μασουλώντας μια πατάτα, «αυτοί είναι γύφτοι». Κάποιο από τα πιτσιρίκια άπλωσε το χέρι και τσίμπησε μια πατάτα από το πιάτο της· η μικρή δαιμονίστηκε. Του άστραψε μια στα μούτρα και του είπε κάτι άγρια στη γλώσσα που υποτίθεται πως δεν ήξερε. Τον πέτυχε τζούφια όμως και ο άλλος απλώς έκανε ένα βήμα πίσω και συνέχισε να της μιλάει με κοροϊδευτικό ύφος. Η φίλη μου τον αγριοκοίταξε, αυτός έπαιξε μια-δυο νότες με το ακκορντεονάκι που κράταγε και πήγε πιο κει με τα άλλα πιτσιρίκια. Σκορπίστηκαν στην πλατεία, στα διάφορα μεζεδοπωλεία.

Οι θαμώνες των άλλων τραπεζιών μας κοίταζαν με ένα μίγμα απορίας και περιφρόνησης, καθώς είμασταν σαν οικογένεια με το αταίριαστο θορυβώδικο παιδάκι μας· λίγο μαυριδερό βέβαια και κακοντυμένο, χώρια η φασαριόζικη παρέα του. Η Γκουλιέ-ούτως-ειπείν-Κατερίνα τσιμπολόγησε τις τελευταίες πατάτες και με διέταξε δείχνοντας το διερχόμενο γκαρσόνι: «Πες του να μου φέρει κοκακόλα» Συμμορφώθηκα με τις εντολές της μελλοντικής πλούσιας· το γκαρσόνι στράβωσε ελαφρώς όταν κατάλαβε για ποιον είναι η κοκακόλα αλλά δεν είπε τίποτα. Τη ρώτησα αν πήγαινε σχολείο. Στραβομουτσούνιασε. «Δε μου άρεσε. Πήγα Πρώτη και Δευτέρα. Τρίτη δεν πήγα, βαριόμουνα.» Η φίλη μου τη ρώτησε αν ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Συγκατένευσε, αλλά χωρίς ιδιαίτερη έμφαση. Η φίλη της έδειξε μια λέξη στον κατάλογο του μαγαζιού και τη ρώτησε «τι λέει εδώ;». Η Γκιουλιέ δεν γύρισε καν να κοιτάξει· μάλλον της ήταν πολύ περίπλοκο ή πολύ αδιάφορο. Αντ’ αυτού, το πρόσωπό της φωτίστηκε ξαφνικά και είπε «Ξέρω και αγγλικά, θες να σου πω ένα τραγούδι;».

Κοιταχτήκαμε απορημένοι. Η μικρή άρχισε να τραγουδάει ένα τραγουδάκι, πιθανότατα παιδικό, σε άπταιστα αγγλικά. Μάλλον δεν καταλάβαινε τίποτα, αλλά δεν της ξέφευγε ούτε λέξη, ούτε νότα. Είχε και πολύ ωραία φωνή. Από τα γύρω τραπέζια σταμάτησαν να μας κοιτάνε παράξενα, και ακούγονταν μέχρι και μουρμουρητά θαυμασμού. Όταν τέλειωσε, κάνα-δυο χειροκρότησαν κιόλας. Ρούφηξε τις τελευταίες γουλιές από το μαυροζούμι κάνοντας θόρυβο με το καλαμάκι. Πάνω στην ώρα ξαναμαζεύτηκε το παιδομάνι γύρω μας και κάποιος της είπε κάτι στην ακατανόητη γλώσσα. Η σχεδόν Κατερίνα πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να τρέχει μαζί με τα άλλα μικρά. «Πού πας;» της φώναξε η φίλη μου, «Με φωνάζει η μαμά μου» απάντησε η μικρή και συνέχισε να τρέχει προς τα στενά ανταλλάσσοντας πού και πού καμμιά σβουριχτή με το αγοράκι με το ακκορντεονάκι που έτρεχε δίπλα της.

- . - . -

Τη δεύτερη τη συνάντησα για πρώτη φορά στο Ηράκλειο, στα τέλη του 2006. Είχα κανονίσει να πιάσω δουλειά με τον καινούργιο χρόνο, και έκανα ένα διερευνητικό ταξίδι για να βρω διαμέρισμα και να γνωρίσω κάπως καλύτερα τα κατατόπια της καινούργιας πόλης, στην οποία είχα βρεθεί μόνο ως φιλοξενούμενος δεκαετίες πριν. Περιπλανιόμουν στους δρόμους με τις «Κρητικές Αγγελίες» και ένα χάρτη στο χέρι, σε διαδοχικά ραντεβού με διάφορους μεσίτες και σε έναν ατελείωτο ποδαρόδρομο στα στενά για λόγους εξοικείωσης και αναγνώρισης των χαρακτηριστικών της κάθε γειτονιάς. Κάποια στιγμή έκατσα σε μια καφετέρια της πλατείας Ελευθερίας. Ήρθε δίπλα μου και άρχισε να παίζει κάτι με το ακκορντεονάκι της. Ύστερα άπλωσε το χέρι.

Της είπα με χαζοδιδακτικό ύφος ότι τα παιδιά δεν πρέπει να δουλεύουν και γι’ αυτό δεν πρέπει να τους δίνουν λεφτά. Δεν εντυπωσιάστηκε από το επιχείρημα. «Δώσε μου να πάω να πάρω σουβλάκι» είπε. Της είπα ότι άμα πεινάει θα της πάρω εγώ κάτι να φάει αλλά λεφτά δεν έχει. Έκατσε στην καρέκλα απέναντί μου. «Τοστ», είπε ξεφυσώντας. «Δεν έχουν σουβλάκια σε αυτό το χαζομάγαζο. Πες του να βάλει πατατάκια στο πιάτο.». Ρώτησα πώς τη λένε.

- Κατερίνα, είπε.
- Μόνο;
- Τι μόνο; Θες κι επίθετο;
- Δεν έχεις άλλο; Όχι επίθετο, άλλο μικρό όνομα.
- Κατερίνα. Δε σου κάνει;


Μου έκανε. Ρώτησα τα τετριμμένα, ηλικία, αν έχει πάει σχολείο, αν είναι πολλά αδέλφια. Μου απάντησε τα τετριμμένα, έντεκα, μέχρι την Τρίτη (μετά βαρέθηκε και σταμάτησε), όχι πολλά, μόνο τέσσερα για την ώρα. Εκείνη είναι η μεγαλύτερη. Ρώτησα πόσων χρονών είναι η μαμά της. Μου είπε ότι είναι σχεδόν γριά, εικοσιοχτώ. Ύστερα ρώτησε πόσο είμαι εγώ. Της είπα την αλήθεια, κοντά τριανταεννιά. Δεν ξέρω αν ήξερε πόσο είναι τριανταεννιά, αλλά πρέπει να της φάνηκε υπερφυσικά μεγάλο νούμερο. Με ρώτησε πόσα παιδιά έχω εγώ. Της εξήγησα ότι δεν έχω για την ώρα. Δεν είμαι παντρεμένος. Μάλλον της φάνηκε πολύ αφύσικο να μην είμαι παντρεμένος τόσο γέρος, ίσως κάτι σαν αρρώστια. Της είπα ότι από εκεί που είμαι παντρεύονται μεγάλοι γενικά. Ρώτησε από πού είμαι. Είπα κάπως απλοποιητικά ότι ήρθα από την Αθήνα και σκέφτομαι να μείνω στο Ηράκλειο. «Δεν έχω πάει Αθήνα», είπε. Τη ρώτησα αν ήθελε να πάει. «Όχι, γιατί;». Μασούλησε και το τελευταίο πατατάκι μαζί με το τοστ, μάζεψε το ακκορντεόν, με χαιρέτησε κι άρχισε να παίζει κάτι που θα μπορούσε να είναι το «Άστα τα μαλλάκια σου» καθώς απομακρυνόταν.

Την ξαναείδα ένα παγωμένο βράδυ, Γενάρη μάλλον, να κάθεται μπροστά σε μια βιτρίνα στη Μιλάτου και να πασχίζει να παίξει το ακκορντεονάκι. Αν και οι γιορτές πρέπει να είχαν τελειώσει, είχαν ξεμείνει κάτι παράταιρες διακοσμήσεις. Έκανε βρωμόκρυο και τη λυπήθηκα καθώς τα δάχτυλά της πρέπει να είχαν παγώσει. Δεν είχε και κόσμο, ελάχιστοι περνούσαν. «Καλώς τον», είπε. Έβγαλα και της έδωσα ένα μικροποσό. «Μπα, δίνεις και λεφτά τώρα;» είπε πονηρά. «Δεν έχει σουβλατζήδικα εδώ», απάντησα. «Ναι, κρίμα...» είπε εκείνη και γέλασε.

Την ξανάβλεπα πότε πότε στο κέντρο, άλλοτε με το ακκορντεόν και άλλοτε με λουλούδια, κάποιες φορές μόνη της και κάποιες με άλλα πιτσιρίκια της φυλής. Πρέπει να είχα κλείσει κάμποσο καιρό πια στην Κρήτη όταν την πέτυχα να τριγυρνάει στα Λιοντάρια και πρόσεξα ότι το σώμα της είχε αρχίσει να αλλάζει. Μεγάλωνε, μεταμορφωνόταν. Με πλησίασε με το θάρρος της παλιάς γνωριμίας.

- Σήμερα έχω γενέθλια, είπε. Θα μου πάρεις σουβλάκι;
- Ε, άμα έχεις γενέθλια να σου πάρω, είπα. Τα πόσα κλείνεις;
- Τα δεκατέσσερα, είπε.

Υπολόγισα ότι από τα έντεκα που μου είχε πει την πρώτη φορά δεν πρέπει να είχε περάσει χρόνος, ή ελάχιστα παραπάνω. Της είπα ότι δε νομίζω να είναι πάνω από δώδεκα. Γέλασε.

- Τι δώδεκα, τι δεκατέσσερα, είπε. Ένα με γύρο από όλα. Δίπιτο.
- Θα σκάσεις από το φαΐ, τη μάλωσα.
- Κανείς δε σκάει από το φαΐ, είπε.

Παρήγγειλε ένα δεύτερο σαν το πρώτο. «Ένα είπα ότι θα σε κεράσω» της κούνησα το δάχτυλο. «Ένα εσύ, ένα εγώ», είπε. «Εγώ θα το πληρώσω». Το πλήρωσε κανονικά, το πήρε σε μια σακουλίτσα. Από το πουθενά εμφανίστηκε ένα παιδάκι με ακκορντεόν επίσης· του έδωσε τη σακουλίτσα και ο μικρός ενθουσιάστηκε. Έτρεξε μέχρι τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου κι έκατσε στα σκαλιά να το μασουλήσει, αδιαφορώντας για τους διερχόμενους επισκέπτες της Πινακοθήκης.

- Ο αδερφός μου, είπε η Κατερίνα δείχνοντάς τον.

Ύστερα σαβούρωσε το δικό της δίπιτο, το κερασμένο, με αστραπιαία ταχύτητα, πριν εμφανιστεί κανένα άλλο αδελφάκι και ζητήσει μερίδιο.

- Χρόνια πολλά, της είπα. Να τα εκατοστήσεις.

Γέλασε.

Την ξαναείδα μετά από λίγους μήνες στη Χάνδακος· αλαμπρατσέτα με ένα άλλο κοριτσάκι. Μόλις με είδε από μακριά έσκυψε στο αυτί της φίλης της και της είπε κάτι κρυφά. Η φίλη με κοίταξε ασκαρδαμυκτί. Η Κατερίνα μου φώναξε:

- Έχω γενέθλια, θα μου πάρεις σουβλάκι;
- Τα πόσα κλείνεις αυτή τη φορά;
ρώτησα ειρωνικά.
- Τα δεκάξι, είπε πανηγυρικά.
- Πριν κάτι μήνες ήσουνα δεκατέσσερα, και πολλά λέω.
- Μεγαλώνω γρήγορα,
είπε κι έσκασε στα γέλια.

Έκανα κάμποσο να την ξαναδώ· μπορεί και χρόνο. Την πέτυχα στο Ρέθυμνο, στο καρναβάλι, να περιφέρεται με το ακκορντεονάκι στα στενά της παλιάς πόλης, μέσα στην κοσμοπλημμύρα. Πέρασε δίπλα από το τραπέζι που καθόμασταν.

- Γεια σου Κατερίνα, της είπα.
- Τι κάνεις εδώ; ρώτησε.
- Εσύ τι κάνεις εδώ; ρώτησα με τη σειρά μου.
- Δουλεύω. Θες να σου παίξω ένα τραγούδι;
- Δε θα σου δώσω λεφτά.
- Δεν πειράζει. Ποιο θες να σου παίξω;
- Όποιο θες εσύ.
- Καλά, θα σου παίξω την Πιτσιρίκα.


Έκανα πως δεν κατάλαβα. Την κοίταξα καλά· είχε μεγαλώσει κι άλλο, αλλά είχε μια κούραση στο βλέμμα που θύμιζε νυσταγμένο παιδί. Ύστερα έφυγε μαζί με κάτι άλλα παιδάκια της φυλής.

Άργησα πολύ να την ξαναδώ. Έλειψα από την Κρήτη αρκετά χρόνια, κι όταν ξαναγύρισα δεν την έβλεπα πια ανάμεσα στα παιδάκια με τα όργανα και τα λουλούδια στο κέντρο. Σκέφτηκα ότι πιθανότατα δεν θα ήταν «παιδάκι» πια· καθώς είχαν περάσει ήδη τέσσερα-πέντε χρόνια που δεν την είχα δει, θα είχε κλείσει με τους συντηρητικότερους υπολογισμούς προ πολλού τα δεκάξι, μπορεί να έφτανε και τα δεκαοχτώ. Για τον κόσμο της, κορίτσι της παντρειάς. Ένα Σάββατο πρωί διέσχιζα βιαστικός την 25ης Αυγούστου καθώς είχα ως συνήθως στήσει κάποιους στα Λιοντάρια. Ξαφνικά την είδα να περνάει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν με είδε. Είχε ψηλώσει και στρογγυλέψει κάμποσο κι έμοιαζε μεγάλη γυναίκα πια. Δεν την έκανες δεκάξι, ούτε δεκαοχτώ. Σκέφτηκα πώς πέρασαν τα χρόνια (και για μένα βέβαια, ούτε λόγος...). Δεν κρατούσε ούτε ακκορντεόν, ούτε λουλούδια. Έστριψε προς το Πάρκο Θεοτοκόπουλου και χάθηκε στον κόσμο που γεμίζει τις καφετέριες.

Πριν λίγες μέρες με επισκέφτηκε μια παλιά γνώριμη· καθώς περπατούσαμε στο κέντρο μου είπε ότι είχε νοσταλγήσει να φάει σουβλάκι με πίτα. Κάτσαμε σε ένα από τα κεντρικά ψητοπωλεία απέναντι από τη Λότζια, χαζεύοντας το πλήθος στο νυφοπάζαρο του Ηρακλείου. Καθώς ερχόταν η παραγγελία, της είπα ότι είχα να κάτσω σε σουβλατζήδικο στο κέντρο από τον καιρό του κεράσματος της μικρής Κατερίνας. Διηγήθηκα εν τάχει την ιστορία· από το μακρινό 2006 είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια πια. Η φίλη με άκουγε με προσποιητό ενδιαφέρον ενώ άδειαζε το σουβλάκι από τις περισσευούμενες πατάτες. Συνέχισα να διηγούμαι μέχρι που κάποια στιγμή η Κατερίνα εμφανίστηκε ολοζώντανη στο φόντο. Έσπρωχνε ένα καρότσι με ένα μωρό μέσα. «Αυτή είναι» πρόλαβα και είπα στη φίλη μου, καθώς η Κατερίνα πέρασε από δίπλα και με χαιρέτησε, χωρίς να κόψει το βήμα.

- Γεια σου, τι κάνεις;
- Μια χαρά, εσύ; Να σου ζήσει.
- Ευχαριστώ,
είπε κι απομακρύνθηκε προς τη θάλασσα.

Η φίλη μου έμεινε καρφωμένη πάνω της.

- Απίστευτο, είπε. Αυτή ήταν;
- Αυτή.
- Να δεις που δεν είναι το πρώτο της παιδί.
- Δεν ξέρω. Θα είναι τώρα εικοσιενός χρονών.
- Εικοσιενός; Αποκλείεται. Αυτή θα είναι κοντά τριάντα σίγουρα.
- Μεγαλώνει γρήγορα
, είπα.

Κι εμείς το ίδιο, σκέφτηκα, αλλά αυτό δεν το είπα.



Δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την υπόλοιπη ανάρτηση αλλά έχει ακκορντεόν, και τον Φώτη Πολυμέρη (με τη φάτσα του Αλέκου Αλεξανδράκη) να τραγουδάει κάτι που θα μπορούσε να πει και μια Κατερίνα ή δύο, πολλά χρόνια αργότερα.


Σ.Σ. Αυτή η ιστορία άρχισε να γράφεται το 2009 κι είχε μείνει στις αιωνίως ημιτελείς ιστορίες του ιστολογίου μέχρι τις προάλλες που είδα την Κατερίνα ΙΙ με το μωρό και τα θυμήθηκα όλα. Το τραγουδάκι που μου αφιέρωσε στο Ρέθυμνο ήταν το «Αγαπώ μια πιτσιρίκα», ένα φρικαλέο νησιωτικοσκυλάδικο των Βαζαίου-Γιαννούλη, αλλά βέβαια δε θα ήταν αναμενόμενο να μου αφιερώσει τη Λολίτα του Ναμπόκοφ ξέρω γω ή κάποια άλλη ιστορία με ξεμωραμένα γερόντια και φλογερές κορασίδες από την πινακοθήκη του Μεγάλου Ανατολικού. Αναδρομικώς εκτιμώ το δούλεμα (ψιλό γαζί) που μου έριχνε διαχρονικά· φαντάζομαι η εκπαίδευσή της στο δρόμο θα ήταν τέτοια που εύκολα θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα κερασμένα σουβλάκια ως άτεχνες απόπειρες πεσίματος. Δεν μπορούσε να ξέρει βέβαια ότι είχε πέσει σε μπλόγκερ που την αντιμετώπιζε ως υλικό για ιστορίες. Μεγαλώνουμε γρήγορα· το ζητούμενο είναι οι ιστορίες μας να παραμένουν νέες.

Για τη Γκιουλιέ-Κατερίνα δεν ξανάκουσα τίποτα τον 21ο αιώνα. Ίσως σήμερα έχει παιδιά στην τότε ηλικία της· ποιος ξέρει;



20/5/17

Ενύπνιο


Σε είδα στον ύπνο μου το απόγευμα. Καθόσουν στην πολυθρόνα του σαλονιού, εκεί που έβλεπες τηλεόραση συνήθως. Κρατούσες ένα σμάρτφον και τηλεφωνούσες. Σκέφτηκα ότι όταν ακόμα ζούσες, με πολλή δυσκολία μπορούσες να χειριστείς ένα παλιο κινητό με τεράστια πλήκτρα, και κάποια στιγμή το πέταξες γιατί δεν έβλεπες πια. Τώρα τα δάχτυλα έτρεχαν πάνω στο σμαρτφον όπως των πιτσιρικάδων. Μουρμούρισες ότι κανείς δεν απαντάει.

«Άστο, μπαμπά», είπα, και στο πήρα από τα χέρια. Είδα το πράσινο τηλεφωνάκι στην οθόνη· η γραμμή ήταν ανοιχτή. Το έφερα στο αυτί και είπα «εμπρός». Άκουσα τη φωνή μιας μακρινής ξαδέλφης. «Άχου, Βασιλάκη, έτσι όπως μιλούσες για μια στιγμή νόμισα πως ήταν ο συχωρεμένος ο πατέρας σου». Το έκλεισα μην τυχόν και καταλάβεις τίποτα.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα με το χέρι. Πήγα να ανοίξω. Ήταν ένας κυριούλης με φαλάκρα και γιαλιά, με στολή αποκλειστικού νοσοκόμου. «Ήρθα για το μπαμπά» είπε. Μπήκε μέσα και σε χαιρέτησε με ένα νεύμα. Σηκώθηκες, χωρίς βοήθεια. Περπατούσες κανονικά, στητός. Έμοιαζες πιο νέος από την τελευταία φορά που σε είδα.

- Μπαμπά, δε μένεις μέχρι αύριο που θα δούμε τον Ολυμπιακό;
- Δε μπορώ, παιδί μου
, είπες, και θυμήθηκα ότι αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες που είχα ακούσει από το στόμα σου όσο ζούσες.

Η πόρτα έκλεισε· έτρεξα να την ανοίξω.

Δεν ήταν κανείς.

20/4/17

Λαμπροδευτέρα με φρικασέ

Οδική σήμανση προς Ποταμό, με μια δόση υπερβολής. (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Για κάποιους λόγους χρειάστηκε φέτος να διακόψω το σερί κι έτσι μετά από 33 συνεχή χρόνια έκανα Πάσχα στην Αθήνα. Από αυτά τα 33 Πάσχα, με εξαίρεση ένα που ήμουν νεοσύλλεκτος στο στρατό, όλα τα υπόλοιπα τα είχα κάνει στην Ικαρία. Κατά τεκμήριο «οικογενειακά», αλλά όχι πάντα, καθώς υπήρχαν χρονιές που οι γονείς και τα αδέλφια μου (ή κάποια από τα αδέλφια) δεν πήγαιναν στο νησί, ωστόσο ο Βενιαμίν (ή εν προκειμένω ο Βασιλάκης) έβρισκε τον τρόπο ή την αφορμή να πάει.

Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1987, αν θυμάμαι καλά (βέβαια δοθείσης και της τριακονταετίας που μεσολάβησε δεν είναι και σίγουρο ότι θυμάμαι καλά). Στην ηλικία των δεκαεννέα άρτι συμπληρωμένων τότε, δευτεροετής φοιτητής, σκεφτόμουν ότι το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, και είχα ήδη δοκιμάσει τις δυνάμεις μου σε μοναχικές (δηλαδή άνευ οικογενείας) εξορμήσεις στην Ικαρία τα προηγούμενα και προ-προηγούμενα Χριστούγεννα, άρα σε σαφώς πιο αντίξοες συνθήκες από ό,τι το αναλογικά πιο ήπιο (μετεωρολογικώς τουλάχιστον) Πάσχα. Ο τόπος φάνταζε φιλικός και οικείος στην ανοιξιάτικη εκδοχή του, το σπίτι πιο ανθρωπινό (καίτοι εν πολλοίς οικοδομή ακόμα), χώρια η ακλόνητη πίστη στην καλωσύνη των ξένων ή τέλος πάντων του ευρύτερου σογιού και ειδικότερα μιας πρώτης ξαδέλφης που έμενε δίπλα η οποία θα εξασφάλιζε το κατσικάκι ημών το επιούσιον όταν με το καλό έφτανε η Ανάσταση.

Θυμάμαι αμυδρά να ταξιδεύω Μεγάλη Τετάρτη σε ένα κατάφορτο πλοίο (αλλά αυτή η ανάμνηση μπορεί και να έχει ανακατευτεί με τριανταμία παρεμφερείς αναμνήσεις πριν και μετά, οπωσδήποτε...) και στο ίδιο πλοίο να ταξιδεύουν φίλοι και γνωστοί. Δεν θυμάμαι πια με λεπτομέρειες πώς ακριβώς πέρναγαν οι μέρες, αλλά ανακαλώ κάτι γουρούνες (Σ.Σ. βαρελότα...) που σκάγαμε με τον κολλητό μου το Χρήστο στην πλατεία του Ευδήλου, που τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα κάπως σκοτεινή και ερημική, με λιγότερα μαγαζιά και χωρίς τη μεταγενέστερη πλακόστρωση. Αδυνατώ να θυμηθώ πού έφαγα το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ή την Κυριακή του Πάσχα (ίσως στην ξαδέλφη, ίσως σε κάποιο από τα αδέλφια της μάνας μου), θυμάμαι όμως την πρόσκληση από τη Μοσχούλα, τη μητέρα του Χρήστου να πάω τη Δευτέρα σπίτι τους για φρικασέ.

Δεν ήμουν απολύτως βέβαιος τι αφορούσε η πρόσκληση, καθότι η λέξη (και η έννοια) «φρικασέ» ήταν ψιλοάγνωστη στο δικό μας σπίτι, αλλά ο έτερος κολλητός, ο Νίκος, μου διευκρίνισε ότι φρικασέ ήταν φαγητό με κρέας (μάλλον αρνί) και μαρούλι (ή τέλοσπάντων χορταρικά) και αυγολέμονο – ένας εύληπτος τρόπος να πάνε κάτω τα υπόλοιπα του πασχαλινού αμνού. Έτσι κι αλλιώς περνούσα τη μισή μέρα στο σπίτι του ενός ή του άλλου κολλητού (δίπλα-δίπλα ήτανε), δεν έβλαφτε να κάτσω και για το γεύμα. Δέχτηκα λοιπόν με χαρά.

Δευτέρα του Πάσχα, νωρίς νωρίς (δηλαδή κατά τις έντεκα) πέρασα από το σπίτι του Νίκου πρώτα, για καφέ και επισκόπηση της κατάστασης. Ύστερα από λίγο κατέφθασε ο Χρήστος από δίπλα. Ρώτησα με ειλικρινές ενδιαφέρον τι γίνεται με το φρικασέ. Μου εξήγησε ότι είναι νωρίς ακόμα για φρικασέ, πρώτα να πάμε μια βόλτα να χαρούμε την άνοιξη. Αυτή η μανία μερικών ανθρώπων με την άνοιξη μου είναι διαχρονικά ακατανόητη· μάλλον φταίει η επίσης διαχρονική αλλεργία που έχω σε διάφορες γύρεις. Δυστυχώς δεν συμμερίζονται τις απόψεις μου παρά ελάχιστοι άνθρωποι, και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το απόλυτο must είναι να βγαίνεις βόλτα στα λουλούδια. Εγώ δεν έχω πρόβλημα να βγαίνω βόλτα στα μουσκεμένα φθινοπωρινά σοκάκια π.χ., ή έστω στα χιονισμένα χειμωνιάτικα βουνά, ή στις καλοκαιρινές παραλίες, αλλά αυτό με τα ανοιξιάτικα λιβάδια είναι από εκείνα που αποτελούν παραξενιές μερικών όπως η λατρεία στην πικρή σοκολάτα ή η ανοχή στο κόλιαντρο. Δεν το κατανοείς, αλλά το υφίστασαι, για κοινωνικούς κυρίως λόγους.

Ευτυχώς και ο Νίκος έδειξε ελάχιστο ενθουσιασμό για την ιδέα. Την εποχή εκείνη είχε μια κριτική διάθεση απέναντι στα πάντα (και κυρίως στον κινηματογράφο: είχε μια τεράστια συλλογή από τεύχη του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος» που μπροστά της η δική μου συλλογή από «Αντί» και «Σχολιαστή» παραήταν χλωμή). Είχε επίσης ειδικά εκείνη τη χρονιά μερικά παραπανίσια κιλά. Τέλος, είχε φέρει μαζί του μόνο δερμάτινα παπούτσια με τακούνια· τίποτα σε αθλητικό ή τέλος πάντων κατάλληλο για περπάτημα στα λιβάδια. Ατυχώς ο Χρήστος που καταγόταν από γενιά φημισμένων πεζοπόρων που ξύπναγαν χαράματα οικογενειακώς για να πάρουν τα βουνά και τα λάγκάδια δεν συμμεριζόταν τις αντιρρήσεις μας. Επίσης δεν ενδιαφερόταν και τόσο για τις συζητήσεις μας που αφορούσαν κάτι ανάμεσα σε Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί. Με φωνές και χειρονομίες μας ξεσήκωσε από τις καρέκλες, μάζεψε και τα τρία μικρότερα ξαδελφάκια του (ηλικίας Δημοτικού-Γυμνασίου τότε) που άκουγαν στο κάπως αστείο συλλογικό προσωνύμιο «τα τρία κουβαράκια», ζώστηκε και τη φωτογραφική μηχανή του και έδωσε οδηγίες – παύλα – κατευθύνσεις:

- Θα πάμε στον Ταξιάρχη, στον Ποταμό. Αυτή την εποχή έχει και νερό.

Ανεβήκαμε μέχρι τον πάνω δρόμο και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς τα Δεκάκια, μπροστά ο Χρήστος καμαρωτός με την κάμερα, πιο πίσω σε φάλαγγα καθ’ ύψος τα τρία αδελφάκια, ακόμα πιο πίσω εγώ με το Νίκο βραδυπορώντας χαρακτηριστικά (βοηθούντων και των άβολων παπούτσιών του Νίκου) και συζητώντας για το ενδεχόμενο να κάνει ο Κόππολα τρίτη συνέχεια στο Νονό (Σ.Σ. έκανε, εν τέλει) και το αν η απώλεια του Τρυφώ σήμαινε το οριστικό τέλος της εποχής της νουβέλ-βαγκ. Πού και πού κάναμε στάση (δηλαδή οι μπροστινοί έκαναν στάση για να περιμένουν εμάς) και τραβάγαμε καμιά φωτογραφία.

Κάποτε φτάσαμε στο Κεραμέ, αλλά αντί να ακολουθήσουμε την όχθη του Ποταμού προς τη θάλασσα, ο Χρήστος μας οδήγησε ανάποδα, «προς τις πηγές» όπου ήταν βέβαιος ότι υπάρχουν καταρράκτες. Εμείς οι κινηματογραφόφιλοι εκφράσαμε κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις, ο Νίκος σκεπτόμενος μάλλον τα παπούτσια του που αν δε βόλευαν μία φορά στο μονοπάτι, δε θα βόλευαν δέκα στα κατσάβραχα, εγώ πάλι σκεπτόμενος μάλλον το φρικασέ. Ωστόσο ο Χρήστος έπεισε με ευκολία τα ξαδελφάκια να τον ακολουθήσουν και θέλοντας και μη πήγαμε κι εμείς ξωπίσω. Δεν είμασταν μόνοι, διάφοροι χαρούμενοι εκδρομείς ανεβοκατέβαιναν το μονοπάτι, άλλος μαζεύοντας χόρτα, άλλος αγριολούλουδα, άλλος ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια, άλλοι έχοντας βγει όπως κι εμείς βόλτα.

Η περιοχή δεν ήταν εντελώς ακατοίκητη άλλωστε, κάποιοι είχαν εκεί μετόχια, όπως καλή ώρα ο κυρ Αναστάσης ο Ξηρός, γνωστότερος ως Κολοκάσης (παρατσούκλι που του βγήκε από τα κολοκάσια που φύτρωναν άφθονα στον Ποταμό), ο οποίος εμφανίστηκε κάποια στιγμή πάνω στο γαϊδούρι του. Τον χαιρετήσαμε και ρωτήσαμε αν είναι κανένας καταρράκτης πιο πάνω. Ο γέρος απάντησε ότι ναι, είναι ο Ταξιάρχης πιο πάνω. Θυμήθηκα ότι ήταν θεόκουφος και επανέλαβα την ερώτηση δυνατά και καθαρά· εκείνος ξαναέδειξε προς την εκκλησία. Δεν ήταν βέβαιο ότι άκουσε, αλλά δεν επιμείναμε.

Περάσαμε τον Ταξιάρχη και συνεχίσαμε για λίγο ακόμα προς τα πάνω. Μέχρι τότε το ποτάμι ήταν ένα απλό ρεματάκι, με βάθος δέκα-είκοσι πόντους και πλάτος λιγότερο από δυο μέτρα στο φαρδύτερο, ίσαμε πενήντα πόντους στο στενότερο σημείο. Άξαφνα όμως βρεθήκαμε σε ένα σκιερό μέρος, όπου ανάμεσα στα δέντρα έβλεπες καθαρά μια λιμνούλα, ίσως τρία μέτρα πλάτος, μέσα στην οποία χυνόταν το νερό από ένα ύψος μισό-ένα μέτρο, και άφριζε πέφτοντας. Ένας πεσμένος κορμός ένωνε τις δυο όχθες τρία-τέσσερα μέτρα πιο δω, φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο γεφυράκι δίπλα στη λιμνούλα.

- Δε σας το ‘πα; Σας το ‘πα ότι έχει καταρράκτες! ακούστηκε θριαμβευτική η φωνή του Χρήστου.
- Ε, δεν το λες και Νιαγάρα, είπε σαφώς λιγότερο ενθουσιωδώς ο Νίκος.

Αν και η αντίληψή μου έτεινε κατά βάση να συμφωνήσει με το Νίκο, ενόψει του ενδεχομένου να μείνει ανικανοποίητος ο Χρήστος και να μας τρέχει ακόμα πιο πάνω να βρούμε άλλον καταρράκτη καλύτερης ποιότητας σε κάνα κορφοβούνι, έσπευσα να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό του. Τα μικρά πρέπει να είχαν μια κάπως θολή εικόνα του πώς πρέπει να είναι να ένας καταρράκτης οπότε δεν τα ρωτήσαμε τη γνώμη τους, έφτανε η γνώμη όσων είχαν απολυτήριο Λυκείου. Ο Χρήστος χειρονομούσε ενθουσιασμένος και πάσχιζε να τραβήξει φωτογραφίες από διάφορες γωνίες. Ο φωτισμός δεν τον βοηθούσε και πολύ· πότε πότε έβγαινε ήλιος ανάμεσα στις φυλλωσιές, αλλά την περισσότερη ώρα είχε συννεφιά. Επιπλέον η καλύτερη γωνία λήψης – συμπέρανε – ήταν από μέσα στο νερό. Χωρίς να χάσει χρόνο, έβγαλε τα παπούτσια του, σήκωσε τα μπατζάκια και άρχισε να πλατσουρίζει. Κάποια στιγμή μας κοίταξε με ενδιαφέρον.

- Δεν κάθεστε στον κορμό να σας βγάλω μία;

Τα τρία κουβαράκια παρατάχτηκαν μουρμουρίζοντας μπροστά στον κορμό, άλλος με το ένα πόδι διακριτικά στην όχθη, άλλος πατώντας σε κάποια πέτρα που προεξείχε από τη ροή του νερού.

- Κι εσείς, κι εσείς, επέμενε ο Χρήστος.

Πήγα κι εγώ ακροποδητί και βρήκα δυο βολικές πετρούλες. Ακούμπησα με τα χέρια στον κορμό· ήταν υγρός και μουχλιασμένος. Πήγα να ακουμπήσω το υπόλοιπο σώμα· μου φάνηκε προς στιγμήν ότι το ξύλο έτριξε. Ύστερα σταθεροποιήθηκε.

- Άντε κι εσύ, μη ντρέπεσαι, προέτρεψε ο Χρήστος το διστακτικό Νίκο.

Εκείνος βρήκε μετά μεγίστης προσοχής (για να μη λερώσει και τα παπούτσια) τις κατάλληλες πετρούλες στήριξης, κι ύστερα με εμφανή ικανοποίηση έκατσε χαλαρά στον κορμό. Ατυχώς ο κορμός δεν έδειξε την ίδια ικανοποίηση και θεώρησε καλό να συστραφεί. Η κίνηση αιφνιδίασε το Νίκο που ενόψει του κινδύνου να λερωθούν τα παπούτσια προσπάθησε να στηριχτεί με τα χέρια πίσω του, με αποτέλεσμα να δώσει μια επιπλέον ώθηση στον κορμό που συνέχισε να συστρέφεται μέχρι που από τη μεριά του έφυγε από την όχθη και έπεσε στο ύψος του νερού (όχι τίποτα τρομερό, ίσαμε τριάντα πόντοι πιο κάτω). Το γεγονός ωστόσο προκάλεσε στιγμιαία απώλεια στήριξης σε όλη την πεντάδα, έτσι ώστε να τσουλήσουν όλοι μέσα στο νερό, άλλοι με τα γόνατα, άλλοι με τον κώλο, κι ο τυχερός της παρέας – εγώ – με τα μούτρα. Βλέποντας τον Ποταμό να με πλησιάζει απότομα (και σκεπτόμενος ότι αν σπάσουν τα γιαλιά μου την έβαψα) έκανα μια μεγαλοπρεπή αναπήδηση που με έστειλε στο ασφαλέστερο δυνατό σημείο: μέσα στη λιμνούλα. Πλαφ.

Έβγαλα το κεφάλι από το νερό σκασμένος στα γέλια. Στην πραγματικότητα το νερό δεν είχε ούτε ένα μέτρο βάθος. Στηρίχτηκα στα χέρια και ανασηκώθηκα. Οι υπόλοιποι γελούσαν κοιτάζοντας εμένα. Και οι τέσσερις ήταν βρεγμένοι εδώ κι εκεί, αλλά όχι πατόκορφα όπως εγώ. Ο Χρήστος πάλι, στεγνός, γελούσε πάνω από το κεφάλι μου, κρατώντας ακόμα τη φωτογραφική μηχανή.

- Τράβηξες φωτογραφία; ρώτησα τακτοποιώντας τα γιαλιά στη μύτη μου, ή να την ξαναγυρίσουμε τη σκηνή;
- Δεν πρόλαβα, απάντησε.

Τον φασκέλωσα και με τα δύο χέρια. Τότε μόνο πρόσεξα ότι δε φορούσα πια ρολόι. Άρχισα να ωρύομαι ότι πάει το ρολόι. Οι φίλοι μου σχολίασαν ότι έτσι κι αλλιώς παλιατζούρα ήτανε, κουρδιστό. Τους καταράστηκα με όσες κατάρες βρήκα πρόχειρες. Το ρολόι ανήκε στον παππού μου που είχε πεθάνει στην κατοχή, μετά στον πατέρα μου, μετά σε εμένα. Εντάξει, ανήκε και στον αδελφό μου μια εποχή αλλά όταν του το βούτηξα δεν αντέδρασε ιδιαίτερα, οπότε αυτή την όψη της διαδρομής του ρολογιού την παρέλειψα από την αφήγηση. Οι φίλοι συμφώνησαν εν τέλει ότι η ανεύρεση του ρολογιού άξιζε μια προσπάθεια. Ωστόσο φαίνεται πως είχε πέσει στη λιμνούλα, και μάλιστα εκεί που έσκαγε το νερό και έκανε μπουρμπουλήθρες. Κοιτάξαμε με προσοχή· ο βυθός ήταν εκεί, ένα μέτρο πιο κάτω, αλλά σκοτεινός καθώς με τη συννεφιά δεν έβλεπες και πολλά, χώρια που η επιφάνεια ταραζόταν όπως έπεφτε το νερό από τον καταρράκτη (εντάξει, μπορούσες τελικά να τον πεις κι έτσι).

- Βλέπεις τίποτα;
- Όχι, εσύ;
- Τα ίδια.
- Έχω μια τρομερή ιδέα!
φώναξε ξαφνικά ο Χρήστος. Θα εκτρέψουμε το ποτάμι!

Τέτοιος ήταν πάντα, από παιδί, το μυαλό του κολλημένο να φτιάχνει δομικά έργα, τουβλάκια, δρομάκια... Τώρα και εκτροπές ποταμών. Την εποχή που οι άλλοι τζελάρανε το μαλλί δυο ώρες και πηγαίνανε στις ντισκοτέκ να χτυπήσουνε καμιά γκόμενα κάτω από το στρομπολάιτ, αυτός εξακολουθούσε να έχει το μυαλό του στα οικοδομικά. Είναι απορίας άξιον πώς αυτός που την είχε δει εκτροπή του Αχελώου σπούδαζε στο Μαθηματικό, ενώ ο πραγματικός Πολιτικός Μηχανικός της παρέας είχε πάρει το ύφος «έχω μια κριτική διάθεση» και εξέφραζε αυτήν ακριβώς τη διάθεση.

- Πώς ακριβώς σκοπεύεις να εκτρέψεις το ποτάμι;
- Θα φτιάξουμε ένα φράγμα. Να, θα πάρουμε αυτές εκεί τις πέτρες...
- Έχεις χαζέψει; Και θα σταματήσει να κυλάει το νερό επειδή θα βάλεις αυτές τις πέτρες;
- Προσωρινά. Ίσα ίσα να κόψει τη ροή μέχρι να δούμε πού είναι το ρολόι.
- Αποκλείεται να δουλέψει.
- Φυσικά και θα δουλέψει, και θα στο αποδείξω αμέσως.


Δεν είχε κριτική ματιά, αλλά είχε πάθος. Άρχισε να παίρνει μεγάλες πέτρες από την όχθη και να τις πετάει στο νερό, πριν τον καταρράκτη. Το νερό αδιαφόρησε φυσικά, παρέκαμψε τις πέτρες και συνέχισε να ρέει αμέριμνο. Ο Νίκος χασκογέλαγε, και τα μικρά επίσης. Εμένα με είχε πιάσει μια απελπισία «πάει το ρολογάκι του παππού». Ο Χρήστος αρνιόταν να εγκαταλείψει τη μάχη κι έριχνε κι άλλες πέτρες στο νερό. Κάποια στιγμή ζεστάθηκε, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, μέχρι που έμεινε με το βρακί (έτσι κι αλλιώς το παντελόνι του ήταν μούσκεμα ήδη από τα νερά).

Ατυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή έσκασαν μύτη δυο κοριτσάκια στην όχθη προερχόμενα από τον Ταξιάρχη κι απόμειναν να παρατηρούν τον ημίγυμνο Χρήστο και πέντε καταβρεγμένους ρεμπεσκέδες που χασκογελάγανε. Ακόμα ατυχέστερα το ένα κοριτσάκι έτρεξε προς τα πίσω φωνάζοντας «μαμά, μαμά, είναι κάτι τσίτσιδοι εδώ» γεγονός που προκάλεσε άμεση κρίση πανικού σε εκείνον ειδικά εκ των «τσίτσιδων» που κάπως ταίριαζε στην περιγραφή. Σε κλάσματα δευτερολέπτου πρόλαβε να πει «αμάν» και με ένα θεαματικό πλονζόν να προσγειωθεί στη λιμνούλα όπου τουλάχιστον δεν ήταν ορατός. Εμφανίστηκαν τα αγριεμένα κεφάλια μιας μαμάς και ενός μπαμπά· μας κοίταξαν απορημένοι.

- Ψάχνουμε ένα ρολόι, εξήγησε ψύχραιμος ο Νίκος. Είναι κειμήλιο, είπε δείχνοντάς με.

Δεν ήμουν εγώ ακριβώς το κειμήλιο, πάντως η οικογένεια είπε «ααα, μάλιστα» ενόσω ο Χρήστος τσαλαβουτούσε δήθεν ψάχνοντας το ρολόι στη λιμνούλα. Μάζεψαν τα κοριτσάκια και απομακρύνθηκαν, αν και το ένα ακούστηκε να λέει στο άλλο «αφού σου είπα δε φοράει παντελόνι». Στο καπάκι εμφανίστηκε πάλι ο Κολοκάσης πάνω στο γάιδαρο, με αγαναχτισμένο αυτή τη φορά ύφος.

- Μα εδώ ήβρατε να ‘ρτετε να κολουμπήσετε; Στο Κεραμέ να πάτε που ‘ναι η θάλασσα.
- Όχι κύριε Αναστάση, ένα ρολόι ψάχνουμε.
- Ανάσταση; Δεν κάνει ανάσταση σήμερα ο παπάς, άλλη μέρα ‘α ‘ρτει.


Δεν υπήρχε ελπίδα συνεννόησης. Κάποτε πάντως έκανε τς τς τς στο γάιδαρο και απομακρύνθηκε. Μείναμε οι έξι, κι όταν καταλάγιασαν τα γέλια κάπως, ο Χρήστος έκανε να βγει από τη λιμνούλα.

- Ε, πού πας; Το ρολόι;
- Σιγά μη βρούμε ρολόι. Τώρα έχει ανακατευτεί κι ο βυθός και θα ‘χει κάτσει λάσπη από πάνω. Τρέχα βρες άκρη μες στο σκότος. Κλάφτο το ρολόι σου. Και να το βρούμε θα έχει πάρει νερά και άντε γεια.
- Θα βάλουμε τα μεγάλα μέσα,
είπα με απρόσμενη σιγουριά. Θα τάξουμε φανουρόπιτα.

Δεν πρόλαβαν καν να γελάσουν και ο ήλιος βγήκε στιγμιαία μέσα από τα σύννεφα. Μια ακτίνα πέρασε από τις φυλλωσιές και πέφτοντας στο νερό της λιμνούλας στραφτάλισε πάνω στο ρολόι που αποκαλύφθηκε στο βυθό.

- Νάτο, εκεί είναι, έδειξα.

Ο Χρήστος έριξε μια βουτιά, χαρχάλεψε με το χέρι του το σημείο, και αναδύθηκε μεγαλοπρεπώς με το ρολόι στο χέρι, μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς.


Γυρίσαμε στον Εύδηλο από τον αμαξωτό, καταμουσκεμένοι και περιχαρείς. Μοιάζαμε αστείοι με τα βρεγμένα αλλά δεν είχε σημασία. Η φήμη μας είχε προηγηθεί· η ξαδέλφη μου με περίμενε στην πεζούλα σκασμένη στα γέλια.

- Α, το ‘βρες το ρολόι; Άλλα παπούτσια 'εν έχεις φέρει;

Αντί απάντησης ανέμισα το αριστερό χέρι. Ανέβηκα σπίτι να βάλω στεγνά κι ύστερα ανηφόρισα μέχρι του Χρήστου όπου η ευρύτερη οικογένεια ήταν ήδη μαζεμένη. Η Μοσχούλα σέρβιρε το φρικασέ.

- Δουλεύει; με ρώτησε.
- Δουλεύει, της είπα.

Τριάντα χρόνια αργότερα, δουλεύει ακόμα.

Η προαναφερθείσα γέφυρα που δεν τη λες και Ρίο-Αντίρριο, κοντά στον καταρράκτη που δεν τον λες και Νιαγάρα, με εικοσιτρία χρόνια διαφορά (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Σ.Σ. Το νερό δεν είναι κάτι εντελώς δεδομένο στα «ποτάμια» της Ικαρίας, ορισμένα από τα οποία ρέουν το πολύ πέντε-δέκα μέρες το χρόνο. Ο Ποταμός όμως (αυτό είναι το όνομα του συγκεκριμένου ρέματος, στο Κεραμέ του Ευδήλου) ρέει αρκετούς μήνες. Και οπωσδήποτε την άνοιξη. Η φράση «Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» είναι ρεφρέν από ένα τραγούδι του Τζίμη Πανούση που εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα της δεκαετίας. Τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα σχετικά αρχές μια μακρόχρονης φιλίας με τους εν λόγω κολλητούς (και νυν κουμπάρους). Τότε ήμουν δευτεροετής, τώρα δευτεροετής είναι η μεγάλη κόρη του Χρήστου. Τότε ο Νίκος ήταν από γεματούλης έως οριακά ευτραφής, ενώ εγώ ήμουν οριακά λεπτός. Σήμερα οι όροι έχουν αντιστραφεί: εκείνος είναι λεπτός και τρέχει ημιμαραθώνιους, ενώ εγώ έχω ξεχειλώσει σε τριψήφια κιλά. Κανείς μας δεν έχει ιδέα τι παίζουν τα σινεμά. Τα τρία μικρά ξαδελφάκια έχουν μεγαλώσει κι αυτά· ο μικρότερος θα κοντεύει τα σαράντα.

Για κάποιο περίεργο λόγο τις φωτογραφίες εκείνης της μέρας δεν τις είδα παρά πριν από δυο-τρία χρόνια, καθώς ο Χρήστος τις ξετρύπωσε από μια ντουλάπα στο πατρικό του και μας τις έδειξε κάποια Χριστούγεννα. Μου έταξε ότι θα μου δώσει αντίγραφα· ακόμα περιμένω, εννοείται. Δε θυμάμαι να έχω ξαναφάει φρικασέ έκτοτε. Πέρσι «έφυγε» κι η Μοσχούλα άξαφνα, ένας Θεός ξέρει τώρα ποιος θα το μαγειρέψει. Τη φανουρόπιτα θυμήθηκα κι είπα στη μάνα μου να την κάνει κάποια στιγμή. Δεν τη ρώτησα τη συνταγή όμως και τώρα πάει, ξεχάστηκε στα θραύσματα της μνήμης.

Τριάντα χρόνια είναι αυτά βέβαια, δεν περνάνε χωρίς απώλειες. Πάντως το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, έτσι νομίζω ακόμα.


24/3/17

Πρὸς Κύριον Γεώργιον Δὲ Ῥώσση εὑρισκόμενον εἰς τὴν Ἀγγλία (Διονύσιος Σολωμός)



Τοῦ πατέρα σου, ὅταν ἔλθῃς,
Δὲ θὰ ἰδῇς παρὰ τὸν τάφο·
Εἶμαι ὀμπρός του, καὶ σοῦ γράφω,
Μέρα πρώτη τοῦ Μαϊοῦ.

Θὰ σκορπήσουμε τὸ Μάη
Πάνου στ᾿ ἄκακα τὰ στήθη,
Γιατὶ ἀπόψε ἀποκοιμήθη
Εἰς τὸν ὕπνο τοῦ Χριστοῦ.

Ἦταν ἥσυχος κι᾿ ἀκίνητος
Ὡς τὴν ὕστερη τὴν ὥρα,
Καθὼς φαίνεται καὶ τώρα
Ποὺ τὸν ἄφησε ἡ ψυχή.

Μόνον, μία στιγμὴ πρὶν φύγῃ
Τ᾿ Οὐρανοῦ κατὰ τὰ μέρη,
Ἀργοκίνησε τὸ χέρι,
Ἴσως γιὰ νὰ σ᾿ εὐχηθῇ.



Η μελοποίηση του Νίκου Ξυδάκη, με τίτλο «Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση» από τον ομώνυμο δίσκο (1990)


Σ.Σ. Μνήμη Η.Δ. (24/12/1925 - 7/3/2017)

27/11/15

Το μαχαίρι (Άρης Αλεξάνδρου)


Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
                            μην ξιππαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978)

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Σ.Σ. Δανεισμένο από την ιστοσελίδα του Ν. Σαραντάκου